Για τα παιδιά όλου του κόσμου,
το μέλλον αρχίζει από τη φροντίδα
που τους δίνουμε σήμερα! 

focusonchild

Η κυριότερη νομολογία που χαρτογραφεί το νέο πλαίσιο!

 

Η συνεπιμέλεια έχει πάψει εδώ και καιρό να είναι μια αφηρημένη νομική έννοια ή ένα σύνθημα του νέου οικογενειακού δικαίου. Είναι, πλέον, ένα καθημερινό πεδίο σύγκρουσης στις αίθουσες των δικαστηρίων με γονείς που διεκδικούν ίσο χρόνο, άλλους που ζητούν αποκλειστική επιμέλεια, παιδιά που μεγαλώνουν ανάμεσα σε δύο σπίτια, δικαστές που καλούνται να βρουν τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ισότητα των γονέων και τη σταθερότητα της ζωής του ανηλίκου.

Μέσα σε αυτό το ρευστό τοπίο, η νομολογία είναι εκείνη που πρέπει να δώσει τις απαντήσεις και να χαρτογραφήσει ένα σύνθετο και, εν πολλοίς, καινούριο τοπίο στην ελληνική κοινωνία.

Στο νομολογιακό αφιέρωμα που ακολουθεί, με την επιστημονική επιμέλεια της ομάδας περιεχομένου της Qualex και ειδικότερα των δικηγόρων Ελίνας Γκούτα και Ελίζας Μαλακάση, υπεύθυνων επεξεργασίας νομολογίας πολιτικών δικαστηρίων, και της δικηγόρου Σταυρούλας Φίκαρη, επικεφαλής περιεχομένου της Qualex, συγκεντρώσαμε τις σημαντικότερες αποφάσεις σε έναν πρακτικό οδηγό για το πώς σκέφτονται σήμερα τα δικαστήρια, ποια μοντέλα προκρίνουν και, τελικά, πώς μεταφράζεται το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού σε συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες λύσεις.


Πίσω από κάθε αίτημα συνεπιμέλειας κρύβεται ένα θεμελιώδες ερώτημα που τα δικαστήρια καλούνται να απαντήσουν με ρεαλισμό και όχι με θεωρητικές αφετηρίες. Ποια συγκεκριμένα κριτήρια καθιστούν τη συνεπιμέλεια πράγματι εφαρμόσιμη και ωφέλιμη για το παιδί; Η εμπειρία δείχνει ότι η από κοινού άσκηση της επιμέλειας είναι ένα απαιτητικό μοντέλο που δοκιμάζεται καθημερινά στην πράξη.

Έτσι, στην ΜΠρΑθ 12589/2022 (Ειδ) κρίσιμο κριτήριο είναι η πλήρης διάρρηξη των σχέσεων των γονέων και η διαπιστωμένη αδυναμία τους να συναποφασίζουν, κάτι που αποκλείει την από κοινού άσκηση της επιμέλειας ως μη λειτουργική και αντίθετη προς το συμφέρον του παιδιού. Παράλληλα, όμως, το Δικαστήριο αξιολόγησε ως εξίσου κρίσιμα υπέρ μιας μορφής ισόρροπης συμμετοχής ότι και οι δύο γονείς είναι κατάλληλοι, διαθέτουν ψυχική ικανότητα και παιδαγωγική καταλληλότητα, έντονη πρόθεση ανάληψης γονεϊκού ρόλου, χρόνο και υποστηρικτικό περιβάλλον, ενώ το τέκνο έχει ανάγκη ουσιαστικής παρουσίας και των δύο. Έτσι, ως κριτήριο επιλογής του μοντέλου, το Δικαστήριο συνδυάζει την ανεπάρκεια συνεργασίας με την επαρκή ατομική γονεϊκή ικανότητα εκατέρου και καταλήγει ότι το βέλτιστο συμφέρον εξυπηρετείται με χρονική κατανομή της άσκησης της γονικής μέριμνας/επιμέλειας και εναλλασσόμενη διαμονή.

Αντίστοιχα, η ΜΠρΠατρ 456/2023 (Ειδ) θέτει ως βασικό κριτήριο για το αν μπορεί να λειτουργήσει συνεπιμέλεια με χρονική κατανομή/εναλλασσόμενη κατοικία, τη στοιχειώδη δυνατότητα συνεννόησης, κατανόησης και εμπιστοσύνης μεταξύ των γονέων. Όταν υπάρχει συστηματική άρνηση συνεργασίας (1512 ΑΚ), το Δικαστήριο δεν «επιβάλλει» κοινή άσκηση, αλλά μεταβαίνει στο 1514 ΑΚ και επιλέγει παρέκκλιση (ανάθεση σε έναν, λειτουργική ή χρονική κατανομή), πάντοτε με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του συγκεκριμένου παιδιού και όχι αφηρημένα. Κεντρικό κριτήριο γίνεται η ώριμη και σαφής βούληση του 15χρονου να παραμείνει με τον πατέρα, ενώ συνεκτιμάται ως αρνητικός παράγοντας για συνεπιμέλεια/εναλλασσόμενη κατοικία η συνέχιση καταπιεστικών συμπεριφορών από τη μητέρα, με κίνδυνο ουσιώδους διατάραξης της συναισθηματικής ισορροπίας του παιδιού.


Στο πεδίο της συνεπιμέλειας, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον αν οι δύο γονείς θα συμμετέχουν από κοινού στη ζωή του παιδιού, αλλά με ποιον συγκεκριμένο και εφαρμόσιμο τρόπο οργανώνεται αυτή η συμμετοχή στην καθημερινότητα. Η νομολογία καλείται να δώσει απάντηση σε ένα πρακτικό δίλημμα.

Οι αποφάσεις των δικαστηρίων δείχνουν ότι η συνεπιμέλεια δεν αντιμετωπίζεται ούτε ως τυπικό μοίρασμα χρόνου ούτε ως αυτοματισμός που επιβάλλεται ανεξαρτήτως περιστάσεων. Αντίθετα, διαμορφώνεται κάθε φορά ως ένα λειτουργικό σχήμα οργάνωσης της γονικής μέριμνας, με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων, ρυθμισμένα προγράμματα διαμονής και κεντρικό κριτήριο το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.

Η ΜονΠρΑθ 3827/2023 (ασφαλιστικά μέτρα) αποδέχεται ρητά ως μορφή άσκησης της συνεπιμέλειας την από κοινού άσκηση της επιμέλειας στο σύνολο των πτυχών της, συνδυασμένη με εναλλασσόμενη κατοικία του ανηλίκου, κρίνοντας ότι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου εξυπηρετείται από την ισόχρονη παρουσία και των δύο γονέων στη ζωή του. Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, στο πλαίσιο της κοινής άσκησης, ο γονέας με τον οποίο διαμένει κάθε φορά το παιδί μπορεί να ενεργεί μόνο τις συνήθεις πράξεις καθημερινής φροντίδας και τις επείγουσες πράξεις, ενώ κατά τα λοιπά η γονική μέριμνα/επιμέλεια ασκείται από κοινού ανεξαρτήτως τόπου διαμονής. Ως πρακτική εφαρμογή της εναλλασσόμενης κατοικίας, καθορίζει εβδομαδιαία εναλλαγή (παραλαβή/παράδοση κάθε Παρασκευή 18:00).

Αντίστοιχη εβδομαδιαία εναλλαγή καθιερώνουν και η ΜΕφΑθ 2348/2024 και ΜΕφΑνατΚρητ 67/2025.

Παράλληλα, η ΜΕφΑθ 3993/2024, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε αναθέσει την επιμέλεια αποκλειστικά στη μητέρα, έκρινε ότι, εφόσον αμφότεροι οι γονείς είναι κατάλληλοι, διατηρούν ουσιαστικό δεσμό με το τέκνο, συνεργάζονται στα βασικά ζητήματα υγείας και εκπαίδευσης και διαμένουν σε σχετικά κοντινές περιοχές, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού εξυπηρετείται όχι με μονοπρόσωπη επιμέλεια ούτε με αυστηρά ισόχρονη κατανομή, αλλά με λειτουργική και χρονική κατανομή της επιμέλειας από κοινού. Ειδικότερα, αναθέτει τη συνεπιμέλεια και στους δύο γονείς, με υποχρέωση συναπόφασης στα ουσιώδη ζητήματα. Ως πρακτικό μοντέλο υιοθετείται εναλλασσόμενη διαμονή σε επαναλαμβανόμενο 14ήμερο κύκλο, με περισσότερες διανυκτερεύσεις στη μητέρα και διευρυμένη αλλά μη ισόχρονη παρουσία του πατέρα. Έτσι, η απόφαση διαμορφώνει συνεπιμέλεια με ασύμμετρη χρονική κατανομή, προσαρμοσμένη στις ανάγκες και τις προτιμήσεις του ανηλίκου, με γνώμονα τη συνέχεια της καθημερινότητας και την αποφυγή απότομων αποχωρισμών.

Στον αντίποδα, η ΑΠ 1750/2025 αντιμετωπίζει τη συνεπιμέλεια όχι ως αυτοματισμό ή τεκμήριο που επιβάλλεται ανεξάρτητα από τις πραγματικές συνθήκες, αλλά ως τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας που προϋποθέτει λειτουργικότητα, ήτοι εγγύτητα τόπων διαμονής και ελάχιστο επίπεδο συνεργασίας των γονέων, ώστε το παιδί να έχει δύο κέντρα ζωής χωρίς απορρύθμιση. Στην υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι, με τη βρεφική/νηπιακή ηλικία του παιδιού, μόνιμη εγκατάσταση με τη μητέρα μετά το διαζύγιο, μεγάλη γεωγραφική απόσταση μεταξύ των γονέων και έντονη αντιδικία/αδυναμία συνεννόησης, η από κοινού άσκηση της επιμέλειας με εναλλασσόμενη κατοικία παρίσταται δυσλειτουργική και ενέχει κίνδυνο κλονισμού της σταθερότητας και του αισθήματος ασφάλειας του παιδιού. Γι’ αυτό, ανέθεσε την επιμέλεια αποκλειστικά στη μητέρα.


Η συζήτηση για την τροποποίηση της επιμέλειας έχει συνδεθεί σε μεγάλο βαθμό με τη μεταβολή των συνθηκών στη ζωή της οικογένειας, αν και με την πρόσφατη τροπολογία που προσέθεσε δεύτερη παράγραφο στο άρθρο 1536 ΑΚ αναγνωρίζεται πλέον ότι η ρύθμιση της γονικής μέριμνας μπορεί να επανακαθορίζεται και χωρίς μεταβολή των συνθηκών.

Υπό αυτό το πρίσμα, είναι κρίσιμο να δούμε τι συνιστά πράγματι μεταβολή συνθηκών και τι όχι και πότε ένας γονέας επιχειρεί απλώς να επαναδικάσει την ίδια υπόθεση με νέα επιχειρήματα. Οι αποφάσεις που ακολουθούν χαρτογραφούν αυτό το όριο: από περιπτώσεις όπου η σταθερότητα της καθημερινότητας του παιδιού επιβάλλει τη διατήρηση της υφιστάμενης ρύθμισης, έως άλλες όπου η βούληση των ανηλίκων, η ουσιαστική μεταβολή στη διαθεσιμότητα των γονέων ή μια γεωγραφική απομάκρυνση καθιστούν αναγκαία την αναπροσαρμογή της επιμέλειας ή της επικοινωνίας.

Για παράδειγμα, η ΜΕφΠειρ 417/2025 διευκρινίζει ότι η τροποποίηση αμετάκλητης απόφασης για την επιμέλεια, κατ’ άρθρο 1536 ΑΚ, προϋποθέτει ουσιώδη και πραγματική μεταβολή των συνθηκών που αποτέλεσαν τη βάση της αρχικής ρύθμισης, η οποία να επηρεάζει δυσμενώς το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου. Δεν αρκούν ούτε η απλή αμφισβήτηση της προηγούμενης κρίσης, ούτε νέα αποδεικτικά μέσα, ούτε νομικά σφάλματα. Στην κρινόμενη υπόθεση, ο πατέρας ζήτησε μεταρρύθμιση της παλαιότερης ανάθεσης αποκλειστικής επιμέλειας στη μητέρα και καθιέρωση συνεπιμέλειας με εναλλασσόμενη διαμονή, επικαλούμενος πλημμελή άσκηση της επιμέλειας, δημιουργία νέας οικογένειας από τη μητέρα και παρεμπόδιση επικοινωνίας. Το Δικαστήριο, όμως, έκρινε ότι καμία από τις προβαλλόμενες περιστάσεις δεν συνιστά νέα δυσμενή συνθήκη, καθώς η μητέρα εξακολουθεί να ασκεί επιμελώς τα γονεϊκά της καθήκοντα, η υγεία και σχολική πορεία του παιδιού είναι άριστες, η επικοινωνία με τον πατέρα δεν παρεμποδίζεται, ενώ η σταθερότητα της καθημερινότητας ενόψει και της προετοιμασίας για πανελλαδικές εξετάσεις επιβάλλει τη διατήρηση του υφιστάμενου σχήματος.

Από την άλλη, η ΜΕφΑθ 4503/2025 σημειώνει ότι η τροποποίηση λόγω μεταβολής συνθηκών δεν ενεργοποιείται μόνο όταν αλλάζουν εξωτερικά δεδομένα, αλλά και όταν αναδεικνύεται ότι το συμφέρον τους εξυπηρετείται καλύτερα από διαφορετική κατανομή της επιμέλειας. Εδώ, μετά την τριετή πρακτική εφαρμογή καθεστώτος αποκλειστικής επιμέλειας στη μητέρα (με μετακόμιση, σχολική μετεγγραφή και συγκεκριμένο πρόγραμμα επικοινωνίας), το Εφετείο συνεκτίμησε ως κρίσιμη «νέα συνθήκη» κυρίως τη σταθερή και ώριμα διατυπωμένη βούληση των ανηλίκων (τρίδυμα, 11½ ετών) να διαμένουν το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα με τον πατέρα και να φοιτούν σε σχολείο στην περιοχή του, σε συνδυασμό με τον πραγματικό χρόνο φροντίδας που μπορεί να παρέχει ο πατέρας λόγω τηλεργασίας σε αντιδιαστολή με το ωράριο της μητέρας.

Η ΜΕφΑθ 4503/2025 αποτυπώνει καθαρά ότι μεταβολή συνθηκών υφίσταται όταν, μετά την αμετάκλητη ρύθμιση, προκύπτει ουσιώδης αλλαγή πραγματικών δεδομένων που αποτέλεσαν τη βάση της αρχικής απόφασης και καθιστούν αναγκαία την προσαρμογή της για χάρη του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου. Εν προκειμένω, η κρίσιμη νέα συνθήκη δεν ήταν κάποιο ελάττωμα της προηγούμενης απόφασης ούτε νέα αποδεικτικά μέσα, αλλά η μετοίκηση της μητέρας με το ανήλικο σε μακρινό τόπο,η οποία ανέτρεψε στην πράξη τη δυνατότητα εφαρμογής του έως τότε λεπτομερούς προγράμματος επικοινωνίας που είχε τεθεί. Το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτή η γεωγραφική μεταβολή, σε συνδυασμό με την ηλικιακή εξέλιξη του παιδιού (15 ετών) και την ανάγκη να περνά περισσότερο χρόνο με τον πατέρα, θεμελιώνει αναπροσαρμογή του ρυθμιστικού σκέλους. Ωστόσο, δεν μεταρρυθμίστηκε το καθεστώς της επιμέλειας, αλλά το σκέλος της απόφασης που αφορούσε την επικοινωνία, με συγκέντρωση σημαντικού χρόνου στις μεγάλες σχολικές διακοπές και με καθημερινή εξ αποστάσεως επαφή, ακριβώς επειδή η προηγούμενη κατανομή (πολλαπλές εβδομαδιαίες επισκέψεις και συχνά Σαββατοκύριακα) είχε καταστεί αντικειμενικά ανεφάρμοστη λόγω της απόστασης.


Αν κάτι καθίσταται σαφές από τη σύγχρονη νομολογία, είναι ότι η συνεπιμέλεια δεν αποτελεί αυτόματη επιλογή μετά τον ν. 4800/2021 ούτε ένα δικαίωμα που ενεργοποιείται αφηρημένα στο όνομα της ισότητας των γονέων. Παρά το νομοθετικό σημείο εκκίνησης της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας, τα δικαστήρια επιμένουν ότι η λύση αυτή έχει νόημα μόνο όταν μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη. Αντίθετα, όταν λείπουν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις συνεργασίας, σταθερότητας και ασφάλειας, η συνεπιμέλεια παύει να είναι προστατευτικό πλαίσιο για το παιδί και μετατρέπεται σε πηγή διαρκούς έντασης.

Επί παραδείγματι, η ΜΕφΑθ 6/2025 απορρίπτει τη συνεπιμέλεια κρίνοντας ότι, παρά το νομοθετικό τεκμήριο της από κοινού και εξίσου άσκησης της γονικής μέριμνας (άρθρ. 1510, 1513 ΑΚ), η λύση αυτή προϋποθέτει πραγματική και λειτουργική συνεργασία των γονέων, η οποία στην κρινόμενη περίπτωση είχε πλήρως εκλείψει. Από το αποδεικτικό υλικό διαπιστώθηκε διαρκής, έντονη και πολυετής σύγκρουση, αλλεπάλληλες μηνύσεις και δικαστικές αντιδικίες, πλήρης αδυναμία συνεννόησης ακόμη και για βασικά ζητήματα της καθημερινότητας των παιδιών, καθώς και συμπεριφορές του πατέρα που υπονόμευαν συστηματικά τον δεσμό τους με τη μητέρα και καλλιεργούσαν φόβο και αρνητικές αναπαραστάσεις, γεγονός που αξιολογήθηκε ως κακή άσκηση της γονικής μέριμνας. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο έκρινε ότι η συνεπιμέλεια θα οδηγούσε σε διαρκείς τριβές, συνεχείς προσφυγές στα δικαστήρια και επιβάρυνση της ψυχοσυναισθηματικής ισορροπίας των ανηλίκων, άρα δεν εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον τους.

Σε άλλη υπόθεση, η ΜΠρΑθ 3564/2025 (Ασφ) πιθανολόγησε ότι το τέκνο πάσχει από αυτισμό/διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές, παρουσιάζοντας δυσκολίες κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ανάγκη σταθερής πλαισίωσης, συνεχούς ψυχολογικής και μαθησιακής υποστήριξης και συστηματικών θεραπειών, τονίζονταςότι απαιτείται στενή και συνεπής συνεργασία οικογένειας – σχολείου – ειδικών, σταθερό ημερήσιο πρόγραμμα και πρόσωπο αναφοράς που γνωρίζει λεπτομερώς το ιατρικό και αναπτυξιακό ιστορικό. Από τα στοιχεία προέκυψε ότι η μητέρα ήταν εκείνη που, διαχρονικά, οργάνωνε και τηρούσε ευλαβικά το θεραπευτικό πλάνο, ενώ οι γονείς αδυνατούν πλήρως να συνεργαστούν, ιδίως ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων υγείας. Η ένταση αυτή, κατά το Δικαστήριο, καθιστά ανέφικτη κάθε μορφή συνεπιμέλειας, διότι η εναλλαγή ευθύνης και οι συνεχείς τριβές θα διατάρασσαν τη σταθερότητα που το παιδί, λόγω της πάθησής του, έχει αυξημένα ανάγκη, οπότε ανέθεσε προσωρινά την αποκλειστική επιμέλεια στη μητέρα.

Σε μια ακραία περίπτωση, η ΜΠρΘεσ 13599/2024 (Ειδ) απορρίπτει στην πράξη κάθε σχήμα συνεπιμέλειας, κρίνοντας ότι, παρότι ο κανόνας μετά τον ν. 4800/2021 είναι η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, η συγκεκριμένη υπόθεση δεν πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις λειτουργικής συνεργασίας και ασφαλούς άσκησης της επιμέλειας από αμφότερους τους γονείς. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο πατέρας εμφάνιζε επί μακρόν σοβαρή εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες, με διαταραχές συμπεριφοράς, περιστατικά επικίνδυνης φροντίδας του νηπίου και αδυναμία σταθερής συμμετοχής στην ανατροφή, ενώ οι σχέσεις των γονέων έχουν πλήρως αποδομηθεί, καθιστώντας δυσχερή ακόμη και την απλή επικοινωνία τους, πόσο μάλλον τη συναπόφαση για κρίσιμα ζητήματα του παιδιού. Υπό τα δεδομένα αυτά, η από κοινού ή εναλλασσόμενη άσκηση της επιμέλειας κρίνεται μη ρεαλιστική και αντίθετη προς το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, καθώς θα εξέθετε το τέκνο σε αστάθεια και κινδύνους.

Υπολογισμός της διατροφής σε περιπτώσεις συνεπιμέλειας με εναλλασσόμενη κατοικία του τέκνου

Αν η συνεπιμέλεια με εναλλασσόμενη κατοικία λύνει το ζήτημα του χρόνου κάθε γονέα με το παιδί, ανοίγει ταυτόχρονα ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο και συχνά πιο ακανθώδες μέτωπο: Ποιος πληρώνει τι όταν το παιδί ζει και στα δύο σπίτια; Η παραδοσιακή εικόνα της διατροφής, με τον έναν γονέα να καταβάλλει ένα σταθερό ποσό στον άλλον, δεν ταιριάζει εύκολα σε ένα καθεστώς όπου και οι δύο καλύπτουν καθημερινά ανάγκες στέγασης, σίτισης και φροντίδας.

Έτσι, παρατηρείται πλέον μια μετατόπιση, όπου η διατροφή δεν εξαφανίζεται λόγω της εναλλασσόμενης κατοικίας, αλλά επαναϋπολογίζεται με πιο σύνθετη μεθοδολογία, όπως θα δούμε παρακάτω.

Η ΜΕφΑθ 519/2025 είναι καίρια για τον υπολογισμό διατροφής όταν εισάγεται συνεπιμέλεια με εναλλασσόμενη κατοικία, διότι το Εφετείο προβαίνει σε πλήρη, «λογιστικό» προσδιορισμό των αναγκών των τέκνων και κατανέμει τη συμμετοχή των γονέων με ρητή μεθοδολογία: Πρώτα αποτιμά τις μηνιαίες ανάγκες κάθε τέκνου ανά κατηγορία δαπάνης. Επιπλέον, αποτιμά χρηματικά τις προσωπικές υπηρεσίες της μητέρας (καθημερινή φροντίδα κ.λπ.) ως στοιχείο της διατροφής, ενώ στη συνέχεια εφαρμόζει καθαρό κανόνα αναλογικής συμμετοχής, υπολογίζοντας και τις οικονομικές δυνάμεις κάθε γονέα.

Η ΜΠρΑθ 729/2025 (Ειδ) αποτυπώνει με σαφή τρόπο τη μεθοδολογία υπολογισμού της διατροφής όταν τα τέκνα διαμένουν εναλλασσόμενα και στους δύο γονείς, διευκρινίζοντας ότι η εναλλασσόμενη κατοικία δεν καταργεί αυτομάτως την υποχρέωση διατροφής, αλλά επιβάλλει συνδυαστικό υπολογισμό σε χρήμα και σε είδος. Το Δικαστήριο ακολουθεί τριπλό στάδιο: Πρώτον, προσδιορίζει συνολικά τις μηνιαίες ανάγκες κάθε τέκνου in concreto, χωρίς αφαίρεση λόγω της εναλλασσόμενης διαμονής. Δεύτερον, εντάσσει στη διατροφή και τις παροχές σε είδος που παρέχει κάθε γονέας (στέγαση, λειτουργικά οικίας κατά τον χρόνο διαμονής, προσωπική φροντίδα/επιμέλεια, καθημερινές υπηρεσίες), αποτιμώντας τες χρηματικά. Τρίτον, επιμερίζει το συνολικό ποσό κατ’ αναλογία των οικονομικών δυνάμεων των γονέων (εισοδήματα, περιουσία, δυνατότητα προς εργασία). Κατόπιν, για να αποφευχθεί διπλή επιβάρυνση, αφαιρεί από την αναλογούσα συμμετοχή κάθε γονέα όσα ήδη καλύπτει απευθείας κατά τον χρόνο που τα τέκνα διαμένουν μαζί του και, μέσω συμψηφισμού, προσδιορίζει αν απομένει καθαρή διαφορά υπέρ του άλλου γονέα.

πηγή: Νομική βιβλιοθήκη-Αλεξιάννα Τσότσου

Μαθησιακές δυσκολίες

Οι Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες (Specific Learning Disabilities – SLDs), γνωστές συνήθως ως Mαθησιακές Δυσκολίες - Μ.Δ, (Learning Disabilities – LD), είναι διαταραχές νευροβιολογικής βάσης που επηρεάζουν την ικανότητα ενός ατόμου να ανταποκρίνεται με επιτυχία σε συγκεκριμένους τομείς της μάθησης. Εκδηλώνονται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε άτομο, αλλά επηρεάζουν κυρίως την ανάγνωση, τη γραφή και τις μαθηματικές δεξιότητες.

                                                                                                                                                                                      https://ncld.org/