Στο πεδίο της συνεπιμέλειας, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον αν οι δύο γονείς θα συμμετέχουν από κοινού στη ζωή του παιδιού, αλλά με ποιον συγκεκριμένο και εφαρμόσιμο τρόπο οργανώνεται αυτή η συμμετοχή στην καθημερινότητα. Η νομολογία καλείται να δώσει απάντηση σε ένα πρακτικό δίλημμα.
Οι αποφάσεις των δικαστηρίων δείχνουν ότι η συνεπιμέλεια δεν αντιμετωπίζεται ούτε ως τυπικό μοίρασμα χρόνου ούτε ως αυτοματισμός που επιβάλλεται ανεξαρτήτως περιστάσεων. Αντίθετα, διαμορφώνεται κάθε φορά ως ένα λειτουργικό σχήμα οργάνωσης της γονικής μέριμνας, με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων, ρυθμισμένα προγράμματα διαμονής και κεντρικό κριτήριο το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.
Η ΜονΠρΑθ 3827/2023 (ασφαλιστικά μέτρα) αποδέχεται ρητά ως μορφή άσκησης της συνεπιμέλειας την από κοινού άσκηση της επιμέλειας στο σύνολο των πτυχών της, συνδυασμένη με εναλλασσόμενη κατοικία του ανηλίκου, κρίνοντας ότι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου εξυπηρετείται από την ισόχρονη παρουσία και των δύο γονέων στη ζωή του. Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, στο πλαίσιο της κοινής άσκησης, ο γονέας με τον οποίο διαμένει κάθε φορά το παιδί μπορεί να ενεργεί μόνο τις συνήθεις πράξεις καθημερινής φροντίδας και τις επείγουσες πράξεις, ενώ κατά τα λοιπά η γονική μέριμνα/επιμέλεια ασκείται από κοινού ανεξαρτήτως τόπου διαμονής. Ως πρακτική εφαρμογή της εναλλασσόμενης κατοικίας, καθορίζει εβδομαδιαία εναλλαγή (παραλαβή/παράδοση κάθε Παρασκευή 18:00).
Αντίστοιχη εβδομαδιαία εναλλαγή καθιερώνουν και η ΜΕφΑθ 2348/2024 και ΜΕφΑνατΚρητ 67/2025.
Παράλληλα, η ΜΕφΑθ 3993/2024, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε αναθέσει την επιμέλεια αποκλειστικά στη μητέρα, έκρινε ότι, εφόσον αμφότεροι οι γονείς είναι κατάλληλοι, διατηρούν ουσιαστικό δεσμό με το τέκνο, συνεργάζονται στα βασικά ζητήματα υγείας και εκπαίδευσης και διαμένουν σε σχετικά κοντινές περιοχές, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού εξυπηρετείται όχι με μονοπρόσωπη επιμέλεια ούτε με αυστηρά ισόχρονη κατανομή, αλλά με λειτουργική και χρονική κατανομή της επιμέλειας από κοινού. Ειδικότερα, αναθέτει τη συνεπιμέλεια και στους δύο γονείς, με υποχρέωση συναπόφασης στα ουσιώδη ζητήματα. Ως πρακτικό μοντέλο υιοθετείται εναλλασσόμενη διαμονή σε επαναλαμβανόμενο 14ήμερο κύκλο, με περισσότερες διανυκτερεύσεις στη μητέρα και διευρυμένη αλλά μη ισόχρονη παρουσία του πατέρα. Έτσι, η απόφαση διαμορφώνει συνεπιμέλεια με ασύμμετρη χρονική κατανομή, προσαρμοσμένη στις ανάγκες και τις προτιμήσεις του ανηλίκου, με γνώμονα τη συνέχεια της καθημερινότητας και την αποφυγή απότομων αποχωρισμών.
Στον αντίποδα, η ΑΠ 1750/2025 αντιμετωπίζει τη συνεπιμέλεια όχι ως αυτοματισμό ή τεκμήριο που επιβάλλεται ανεξάρτητα από τις πραγματικές συνθήκες, αλλά ως τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας που προϋποθέτει λειτουργικότητα, ήτοι εγγύτητα τόπων διαμονής και ελάχιστο επίπεδο συνεργασίας των γονέων, ώστε το παιδί να έχει δύο κέντρα ζωής χωρίς απορρύθμιση. Στην υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι, με τη βρεφική/νηπιακή ηλικία του παιδιού, μόνιμη εγκατάσταση με τη μητέρα μετά το διαζύγιο, μεγάλη γεωγραφική απόσταση μεταξύ των γονέων και έντονη αντιδικία/αδυναμία συνεννόησης, η από κοινού άσκηση της επιμέλειας με εναλλασσόμενη κατοικία παρίσταται δυσλειτουργική και ενέχει κίνδυνο κλονισμού της σταθερότητας και του αισθήματος ασφάλειας του παιδιού. Γι’ αυτό, ανέθεσε την επιμέλεια αποκλειστικά στη μητέρα.




