
Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε ένα παιδί με Μαθησιακές Δυσκολίες;
Κάθε γονέας έχει βιώσει —ή έχει δει— ένα παιδί να ξεσπά την ώρα που πρέπει να αποχωριστεί τον γονέα του και να μπει στο σχολείο. Για την οικογένεια, όμως, ενός επτάχρονου κοριτσιού, οι έντονες αντιδράσεις στην είσοδο του σχολείου αποτελούσαν καθημερινό φαινόμενο. Το κορίτσι αναστατωνόταν τόσο πολύ στην ιδέα ότι έπρεπε να πάει σχολείο, ώστε έκλαιγε και κρατιόταν από τη μητέρα του,
μέχρι να βγει ο διευθυντής και να το βοηθήσει να περάσει την πόρτα.
Αυτό που αρχικά θεωρήθηκε άγχος ή διαταραχή συμπεριφοράς αποδείχθηκε ότι ήταν μαθησιακή δυσκολία.
«Όταν την αξιολογήσαμε, διαπιστώσαμε ότι είχε δυσλεξία», αναφέρει η νευροψυχολόγος Angela Dewey, PhD. «Δεν ήταν ανυπάκουη. Απλώς ένιωθε ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ανάγνωσης και της γραφής».
Τα παιδιά που δυσκολεύονται στο σχολείο εκδηλώνουν ορισμένες φορές έντονες συμπεριφορές: αντιστέκονται στη μελέτη, αρνούνται να συμμετάσχουν ή ακόμη και διαταράσσουν το μάθημα. Στους γονείς και στους εκπαιδευτικούς αυτή η συμπεριφορά μπορεί να φαίνεται ως ανυπακοή ή αδιαφορία. Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, αποτελεί ένδειξη μιας μαθησιακής διαταραχής που δεν έχει ακόμη διαγνωστεί και κάνει τη σχολική ζωή πολύ πιο δύσκολη.
«Πολλές φορές οι γονείς έρχονται και μας λένε ότι το παιδί τους είναι εκτός ελέγχου», εξηγεί η Dr. Dewey, η οποία αξιολογεί παιδιά στο Gund Learning and Diagnostic Center του Child Mind Institute. «Αυτό που ορισμένες φορές διαπιστώνουμε είναι ότι πίσω από τη συμπεριφορά υπάρχει μια μαθησιακή δυσκολία».
Η κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στη συμπεριφορά και στις μαθησιακές διαταραχές μπορεί να βοηθήσει τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς να προσφέρουν στο παιδί την κατάλληλη υποστήριξη και να το προστατεύσουν από τη σχολική και κοινωνική αποτυχία.
Τι είναι μια μαθησιακή διαταραχή;
Οι μαθησιακές διαταραχές συνδέονται με τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος ενός παιδιού επεξεργάζεται τις πληροφορίες. Αυτές οι νευρολογικές διαφοροποιήσεις μπορεί να κάνουν την ανάγνωση, τη γραφή, τα μαθηματικά ή τη συγκέντρωση πολύ δυσκολότερα σε σχέση με ό,τι ισχύει για άλλα παιδιά.
Οι δυσκολίες αυτές δεν οφείλονται σε έλλειψη νοημοσύνης ή προσπάθειας. Προκύπτουν από διαφορές στη λειτουργία του εγκεφάλου, οι οποίες καθιστούν ορισμένες μαθησιακές δραστηριότητες πιο απαιτητικές.
Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί θεωρούν μερικές φορές ότι ένα παιδί που δυσκολεύεται απλώς δεν προσπαθεί αρκετά. Όπως εξηγεί, όμως, η Dr. Dewey:
«Τα παιδιά τα καταφέρνουν όταν μπορούν. Όταν ένα παιδί αντιδρά έντονα ή αρνείται να κάνει τις σχολικές του εργασίες, συνήθως δεν συμβαίνει επειδή δεν θέλει να μάθει. Συμβαίνει επειδή κάτι το εμποδίζει».
Πώς οι μαθησιακές διαταραχές μπορεί να μοιάζουν με προβλήματα συμπεριφοράς
Όταν τα παιδιά δεν μπορούν να εξηγήσουν τις δυσκολίες τους, η απογοήτευσή τους συχνά εκδηλώνεται μέσα από τη συμπεριφορά τους ή ακόμη και μέσα από σωματικά συμπτώματα.
Ένα παιδί μπορεί:
-
να απογοητεύεται εύκολα με τις σχολικές εργασίες,
-
να φαίνεται ανοργάνωτο,
-
να αρνείται να ακολουθήσει οδηγίες,
-
να αποφεύγει το σχολείο,
-
να εμφανίζει έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις,
-
να παραπονιέται για πόνους στην κοιλιά ή άλλα σωματικά ενοχλήματα.
Η προσμονή μιας δύσκολης σχολικής ημέρας μπορεί να προκαλεί στο παιδί άγχος, οδηγώντας σε ξεσπάσματα, αποφυγή ή σωματικά συμπτώματα.
«Πολύ συχνά βλέπουμε παιδιά με μαθησιακές διαταραχές να εμφανίζουν συμπτώματα που μοιάζουν έντονα με άγχος», αναφέρει η Dr. Dewey.
«Για παράδειγμα, κάποια παιδιά με μαθησιακές διαταραχές που δεν έχουν διαγνωστεί αποφεύγουν σε μεγάλο βαθμό το σχολείο, αποσύρονται ή αρνούνται ακόμη και να μπουν στο κτίριο. Άλλα μπορεί να παρουσιάζουν έντονα ξεσπάσματα πριν από το σχολείο, αλλά να καταφέρνουν να ρυθμίσουν τα συναισθήματά τους μόλις μπουν στην τάξη. Όταν ένα παιδί δυσκολεύεται συστηματικά σε ένα συγκεκριμένο μάθημα και αντιδρά πολύ έντονα στο σχολικό άγχος, αυτό μπορεί να αποτελεί ένδειξη μιας υποκείμενης μαθησιακής διαταραχής»
Δυσλεξία: Όταν η ανάγνωση προκαλεί απογοήτευση
Η δυσλεξία, δηλαδή η ειδική δυσκολία στην ανάγνωση, αποτελεί έναν από τους συνηθέστερους τύπους μαθησιακών διαταραχών και συχνά εμφανίζεται ως πρόβλημα συμπεριφοράς.
Ένα παιδί που δυσκολεύεται να διαβάσει μπορεί:
-
να αποφεύγει τις εργασίες ανάγνωσης,
-
να αρνείται να διαβάσει δυνατά,
-
να εκνευρίζεται όταν του ζητείται να ολοκληρώσει δραστηριότητες που βασίζονται στην ανάγνωση και στη γραφή.
Τα παιδιά με δυσλεξία μπορεί επίσης να αναπτύσσουν στρατηγικές για να κρύψουν τις δυσκολίες τους.
«Ορισμένα παιδιά γίνονται οι “κλόουν” της τάξης, ώστε να αποσπάσουν την προσοχή από τις δυσκολίες τους στην ανάγνωση», αναφέρει η Rachel Ganz, PhD, νευροψυχολόγος στο Gund Learning and Diagnostic Center του Child Mind Institute.
«Άλλα συμπεριφέρονται σαν να μη νοιάζονται ή υποστηρίζουν ότι η ανάγνωση είναι βαρετή, ενώ στην πραγματικότητα δυσκολεύονται».
Δυσκολίες στα μαθηματικά και στη γραφή: Αποφυγή και άγχος
Ανάμεσα στους διαφορετικούς τύπους μαθησιακών διαταραχών, η δυσαριθμησία επηρεάζει ειδικότερα την ικανότητα του παιδιού να κατανοεί και να χειρίζεται αριθμούς, ενώ η δυσγραφία επηρεάζει την ικανότητά του να γράφει.
Τα παιδιά με αυτές τις δυσκολίες μπορεί:
- να αναβάλλουν τις εργασίες τους,
- να «ξεχνούν» τις σχολικές υποχρεώσεις,
- να εκνευρίζονται όταν τους ζητείται να ασχοληθούν με μαθηματικά ή γραπτές εργασίες.
Οι μαθητές με δυσγραφία μπορεί να δυσκολεύονται στη γραφή με το χέρι, στην ορθογραφία και στην οργάνωση των σκέψεών τους στο χαρτί.
«Για ορισμένα παιδιά, η συγγραφή ακόμη και μιας μόνο πρότασης είναι εξαντλητική και απογοητευτική», εξηγεί η Dr. Ganz. «Αυτή η απογοήτευση μπορεί να οδηγήσει στην αποφυγή, ενώ οι εκπαιδευτικοί μπορεί να θεωρήσουν ότι το παιδί απλώς δεν έχει κίνητρο».
Η Dr. Ganz επισημαίνει ότι η σχολική αποφυγή συχνά συνδέεται με μαθησιακές δυσκολίες.
«Τα παιδιά με μαθησιακές διαταραχές που δεν έχουν διαγνωστεί μπορεί να αισθάνονται αδιαθεσία πριν από το σχολείο, να ζητούν να επισκεφθούν τη νοσηλεύτρια ή να ζητούν συχνά να πάνε στην τουαλέτα κατά τη διάρκεια του μαθήματος, ιδιαίτερα πριν από ένα μάθημα που θεωρούν δύσκολο, όπως η ανάγνωση ή τα μαθηματικά».
ΔΕΠ-Υ: Όταν η παρορμητικότητα θεωρείται ανυπακοή
Παρόλο που η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας —ΔΕΠ-Υ— δεν αποτελεί τεχνικά μαθησιακή διαταραχή, μπορεί να κάνει τη μαθησιακή διαδικασία πολύ δυσκολότερη.
Πρόκειται για μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που επηρεάζει την ικανότητα του παιδιού:
- να συγκεντρώνεται,
- να ελέγχει τις παρορμήσεις του,
- να οργανώνει και να ολοκληρώνει δραστηριότητες.
Τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ μπορεί να δυσκολεύονται να ακολουθήσουν οδηγίες, να παραμείνουν συγκεντρωμένα σε μια εργασία ή να καθίσουν ήσυχα. Οι συμπεριφορές αυτές μπορεί λανθασμένα να ερμηνευθούν ως ανυπακοή.
«Οι γονείς λένε ότι το παιδί τους μπορεί να συγκεντρώνεται για ώρες στα βιντεοπαιχνίδια αλλά όχι στις σχολικές εργασίες και, επομένως, συμπεραίνουν ότι είναι τεμπέλικο», αναφέρει η Dr. Dewey. «Αυτό, όμως, δεν ισχύει. Τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ δυσκολεύονται να ρυθμίσουν την προσοχή τους. Αυτό σημαίνει ότι τους είναι πολύ πιο δύσκολο να συγκεντρωθούν σε δραστηριότητες που δεν προτιμούν».
Επιπλέον, η ΔΕΠ-Υ μπορεί να επηρεάσει τη συναισθηματική ρύθμιση.
«Τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ έχουν συχνά χαμηλή ανοχή στη ματαίωση», αναφέρει η Dr. Ganz. «Μπορεί να περάσουν από το μηδέν στο εκατό μέσα σε μια στιγμή και να ξεσπάσουν εξαιτίας μιας απλής σχολικής εργασίας, επειδή αισθάνονται ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν».
Πώς οι μαθησιακές διαταραχές επηρεάζουν τη συναισθηματική ευεξία
Οι μαθησιακές διαταραχές δεν επηρεάζουν μόνο τη σχολική επίδοση. Συχνά επηρεάζουν και την κοινωνική και συναισθηματική ευεξία του παιδιού.
«Όταν τα παιδιά δυσκολεύονται στα μαθήματα, επηρεάζονται συχνά η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμησή τους», αναφέρει η Dr. Dewey. «Μπορεί να ντρέπονται μπροστά στους συμμαθητές τους ή να φοβούνται ότι ο εκπαιδευτικός θα τους ζητήσει να απαντήσουν στην τάξη. Αυτό το άγχος μπορεί ορισμένες φορές να εκδηλωθεί ως αποφυγή, επιθετικότητα ή πλήρης απόσυρση».
Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα παιδιά μπορεί να εμφανίσουν άγχος ή κατάθλιψη ως αποτέλεσμα των δυσκολιών τους.
«Βλέπουμε παιδιά που εσωτερικεύουν τις σχολικές τους δυσκολίες και κατηγορούν τον εαυτό τους, πιστεύοντας ότι δεν είναι αρκετά έξυπνα», αναφέρει η Dr. Ganz. «Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αισθήματα αναξιότητας ή ακόμη και σε άρνηση φοίτησης».
Επιπλέον, τα παιδιά με μαθησιακές διαταραχές που δεν έχουν διαγνωστεί μπορεί να δυσκολεύονται στις κοινωνικές τους σχέσεις. Ενδέχεται να μην μπορούν να παρακολουθήσουν εύκολα μια συζήτηση, να ακολουθήσουν τους κανόνες ενός παιχνιδιού ή να θυμηθούν οδηγίες.
Οι δυσκολίες αυτές μπορεί να εμποδίσουν τη δημιουργία φιλικών σχέσεων και να οδηγήσουν σε αισθήματα απομόνωσης.
Τι μπορείτε να κάνετε εάν υποψιάζεστε μια μαθησιακή διαταραχή
Η αναγνώριση των ενδείξεων μιας μαθησιακής διαταραχής αποτελεί το πρώτο βήμα. Το να αποφασίσουν, όμως, οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί τι πρέπει να κάνουν στη συνέχεια μπορεί να μοιάζει δύσκολο.
Υπάρχουν, ευτυχώς, συγκεκριμένα βήματα που μπορούν να ακολουθήσουν, ώστε να κατανοήσουν καλύτερα τις δυσκολίες του παιδιού και να εξασφαλίσουν την κατάλληλη υποστήριξη.
Παρατηρήστε τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα
Όταν η συμπεριφορά του παιδιού προκαλεί ανησυχία, το πρώτο βήμα είναι να παρατηρήσετε εάν υπάρχουν συγκεκριμένα μοτίβα.
- Δυσκολεύεται σε ένα συγκεκριμένο μάθημα;
- Αντιδρά έντονα σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας;
- Εκδηλώνει άγχος πριν από την ανάγνωση, τη γραφή ή τα μαθηματικά;
- Τα ξεσπάσματα εμφανίζονται κυρίως όταν πρέπει να κάνει σχολικές εργασίες;
Η αναγνώριση του χρόνου και του πλαισίου μέσα στο οποίο εμφανίζονται οι δυσκολίες μπορεί να βοηθήσει στην αποκάλυψη μιας υποκείμενης μαθησιακής διαταραχής.
Οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς είναι σημαντικό να καταγράφουν πότε εμφανίζονται τα προβλήματα συμπεριφοράς.
«Όταν ένα παιδί αντιδρά έντονα μόνο κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης ή των μαθηματικών, αυτό αποτελεί προειδοποιητική ένδειξη ότι μπορεί να υπάρχει μια υποκείμενη δυσκολία», αναφέρει η Dr. Ganz. «Τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα μάς προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες».
Ζητήστε αξιολόγηση από ειδικό
Πολλά σχολεία έχουν τη δυνατότητα να αξιολογήσουν τους μαθητές για μαθησιακές διαταραχές.
Η ιδιωτική νευροψυχολογική αξιολόγηση αποτελεί επίσης μια επιλογή, ιδιαίτερα όταν:
- η αξιολόγηση δεν είναι διαθέσιμη στο σχολείο,
- οι γονείς διαφωνούν με τα συμπεράσματα της σχολικής αξιολόγησης,
- επιθυμούν μια περισσότερο εξατομικευμένη εικόνα των δυσκολιών του παιδιού.
«Η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να προλάβει χρόνια απογοήτευσης», αναφέρει η Dr. Dewey. «Χωρίς διάγνωση, τα παιδιά μπορεί να εσωτερικεύσουν τις δυσκολίες τους και να πιστέψουν ότι απλώς δεν είναι αρκετά έξυπνα, κάτι που δεν είναι αλήθεια».
Αναζητήστε κατάλληλες στρατηγικές παρέμβασης
Όταν εντοπιστεί μια μαθησιακή διαταραχή, η κατάλληλη υποστήριξη μπορεί να κάνει τεράστια διαφορά.
Με στοχευμένες παρεμβάσεις, τα παιδιά μπορούν να αναπτύξουν τις δεξιότητες που χρειάζονται, ώστε να προοδεύσουν στο σχολείο και να αισθανθούν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις δυνατότητές τους.
Για τη δυσλεξία
Πολυαισθητηριακά προγράμματα ανάγνωσης, όπως το Orton–Gillingham ή το Wilson Reading System, μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να ενισχύσουν τις ικές και γλωσσικές τους δεξιότητες.
Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί μπορούν επίσης:
- να ενθαρρύνουν τη χρήση ακουστικών βιβλίων,
- να παρέχουν περισσότερο χρόνο για την ολοκλήρωση των εργασιών,
- να εφαρμόζουν συστηματική φωνολογική και φωνημική διδασκαλία,
- να ενισχύουν σταδιακά την αυτοπεποίθηση του παιδιού στην ανάγνωση.
Για τις δυσκολίες στα μαθηματικά και στη γραφή
Οι δομημένες μέθοδοι διδασκαλίας, η παρουσίαση της εργασίας σε μικρά και διαδοχικά βήματα, οι γραφικοί οργανωτές και οι βιωματικές δραστηριότητες μπορούν να κάνουν τις σύνθετες μαθηματικές έννοιες ευκολότερα κατανοητές.
Τα εργαλεία μετατροπής της ομιλίας σε κείμενο και η παροχή επιπλέον χρόνου μπορούν επίσης να υποστηρίξουν τα παιδιά που δυσκολεύονται στη γραφή.
Για τη ΔΕΠ-Υ
Η εκπαίδευση στις εκτελεστικές λειτουργίες, οι σταθερές και οργανωμένες καθημερινές ρουτίνες και η συμπεριφορική θεραπεία μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά:
-
να συγκεντρώνονται καλύτερα,
-
να οργανώνουν τις δραστηριότητές τους,
-
να ελέγχουν τις αντιδράσεις τους,
-
να διαχειρίζονται αποτελεσματικότερα τις σχολικές απαιτήσεις.
Η φαρμακευτική αγωγή, όταν κρίνεται κατάλληλη από εξειδικευμένο γιατρό, μπορεί επίσης να βελτιώσει την ικανότητα συγκέντρωσης του μαθητή.
Τα σχολεία μπορούν να παρέχουν επιπλέον προσαρμογές, όπως περισσότερο χρόνο στις εξετάσεις ή τροποποιημένες εργασίες, ώστε να υποστηρίζουν τα παιδιά με μαθησιακές διαταραχές.
Γιατί είναι σημαντική η έγκαιρη παρέμβαση;
Η έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να ενισχύσουν την αυτοπεποίθησή τους και να αποφύγουν την περιττή απογοήτευση.
«Όσο νωρίτερα εντοπίσουμε μια μαθησιακή διαταραχή, τόσο πιο γρήγορα μπορούμε να εξασφαλίσουμε την κατάλληλη υποστήριξη», αναφέρει η Dr. Ganz.
«Η διάγνωση δεν έχει σκοπό να βάλει μια ταμπέλα στο παιδί. Έχει σκοπό να του προσφέρει τα κατάλληλα εργαλεία, ώστε να μπορέσει να επιτύχει».